Πότε μια αρνητική κριτική στο Google ξεπερνά τα όρια της ελεύθερης έκφρασης και συνιστά συκοφαντική δυσφήμιση;
Το ζήτημα αυτό κλήθηκε να προσεγγίσει το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, ερμηνεύοντας τα λεπτά όρια μεταξύ της νόμιμης κριτικής, η οποία προστατεύεται από το Σύνταγμα ως δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης, και της παράνομης προσβολής της τιμής και υπόληψης μέσω ψευδών ισχυρισμών, που συνιστούν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμισης.
Το ιστορικό της υπόθεσης
Ο κατηγορούμενος είχε συνάψει συμφωνία με δικηγόρο – διαπιστευμένη διαμεσολαβήτρια, για την παροχή νομικών υπηρεσιών σε υπόθεση ρύθμισης στεγαστικού δανείου με τράπεζα, με σκοπό τη ευνοϊκή ρύθμιση της οφειλής του. Η δικηγόρος ανέλαβε την υπόθεση με συμφωνημένη αμοιβή 3.000 ευρώ, η οποία κάλυπτε το σύνολο της νομικής υποστήριξης και όχι μόνο δύο ώρες εργασίας, όπως αργότερα υποστήριξε ο κατηγορούμενος.
Μετά το πέρας της διαδικασίας και την δυσαρέσκεια του κατηγορούμενου για το μη ικανοποιητικό αποτέλεσμα, ο ίδιος προχώρησε σε δημοσίευση αρνητικών σχολίων στην πλατφόρμα «Google My Business», ασκώντας σκληρή κριτική στη δικηγόρο και διατυπώνοντας ισχυρισμούς σχετικά με τον τρόπο εργασίας και την αποτελεσματικότητά της.
Συγκεκριμένα, στις 8 Οκτωβρίου 2021 δημοσίευσε σχόλιο που περιείχε τη φράση: «Μακριά!!! Μου έταζε θεαματικά αποτελέσματα, κούρεμα οφειλής κλπ κλπ. Ακόμα κλαίω τα τρία χιλιάρικα που μου πήρε για 2 ώρες δουλειά χωρίς το αναμενόμενο αποτέλεσμα». Την επόμενη ημέρα, 9 Οκτωβρίου 2021, ο κατηγορούμενος δημοσίευσε δεύτερο σχόλιο, στο οποίο ανέφερε ότι «το κόστος ήταν δυσανάλογο του αποτελέσματος».
Η δικηγόρος ενημερώθηκε για τα αρνητικά σχόλια και ζήτησε την άμεση αφαίρεση του πρώτου ψευδούς σχολίου, προειδοποιώντας ότι σε διαφορετική περίπτωση θα προσέφευγε στη Δικαιοσύνη. Ο κατηγορούμενος, υπό την πίεση των νομικών συνεπειών, προχώρησε στην διαγραφή του πρώτου σχολίου.
Η κρίση του δικαστηρίου: Πότε μια αρνητική κριτική στο διαδίκτυο συνιστά συκοφαντική δυσφήμιση
Το δικαστήριο έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο για συκοφαντική δυσφήμηση σχετικά με την πρώτη ανάρτηση που έκανε στις 8 Οκτωβρίου 2021. Σύμφωνα με την απόφαση, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε πως η δικηγόρος του είχε υποσχεθεί «θεαματικά αποτελέσματα» και «κούρεμα οφειλής», ενώ ανέφερε πως η αμοιβή των 3.000 ευρώ αφορούσε μόνο «δύο ώρες δουλειά χωρίς το αναμενόμενο αποτέλεσμα»
Ωστόσο, όπως διαπιστώθηκε, οι ισχυρισμοί αυτοί ήταν απολύτως αναληθείς. Πιο συγκεκριμένα, η δικηγόρος δεν είχε ποτέ υποσχεθεί τέτοια «θεαματικά αποτελέσματα» και η αμοιβή είχε συμφωνηθεί για την πλήρη και συνολική νομική υποστήριξη της υπόθεσης και όχι για σύντομη εργασία. Ο κατηγορούμενος, ως άμεσα εμπλεκόμενος στην υπόθεση, δεν μπορούσε να αγνοεί την αλήθεια των γεγονότων, γεγονός που αποδεικνύει το δόλο του. Εντούτοις, επέλεξε να δημοσιοποιήσει ψευδείς ισχυρισμούς που έθιγαν σοβαρά την τιμή, την υπόληψη και την επαγγελματική φήμη της δικηγόρου, παρουσιάζοντάς την ως ανίκανη και αναξιόπιστη.
Όταν οι αρνητικές κριτικές βασίζονται σε ψευδείς ισχυρισμούς, με σκοπό να πλήξουν τη φήμη και την τιμή του/ης άλλου/ης, τότε ξεπερνούν τα όρια της νόμιμης έκφρασης, στοιχειοθετώντας το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμισης.
Ένας σημαντικός παράγοντας που επιβάρυνε την κατάσταση ήταν η δημόσια διάδοση του ψευδούς σχολίου μέσω του διαδικτύου. Η ανάρτηση έγινε σε χώρο προσβάσιμο από αόριστο αριθμό χρηστών στην πλατφόρμα Google My Business, γεγονός που μεγέθυνε τη ζημία στην επαγγελματική φήμη της δικηγόρου.
Αντίθετα, για το δεύτερο σχόλιο του κατηγορουμένου, που αφορούσε την «δυσανάλογη σχέση κόστους – αποτελέσματος», το δικαστήριο αποφάνθηκε πως πρόκειται για απλή αξιολογική κρίση, δηλαδή έκφραση γνώμης, που προστατεύεται από το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης και δεν συνιστά αξιόποινη πράξη, εφόσον δεν υπάρχει δόλος και πρόθεση συκοφάντησης.
Σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί μετάνοιας και την επίκληση ελαφρυντικού, το δικαστήριο έκρινε ότι η αφαίρεση της πρώτης ανάρτησης πραγματοποιήθηκε αποκλειστικά μετά από ρητή απαίτηση της δικηγόρου και υπό την απειλή νομικών ενεργειών και όχι λόγω ειλικρινούς μετάνοιας ή έμπρακτης προσπάθειας επανόρθωσης εκ μέρους του κατηγορουμένου. Υπενθυμίζεται ότι, νομικά, η έννοια της μετάνοιας προϋποθέτει την έμπρακτη και ειλικρινή προσπάθεια άρσης ή μείωσης των συνεπειών της πράξης, κάτι που στο συγκεκριμένο περιστατικό δεν τεκμηριώθηκε.
Εντούτοις, το Δικαστήριο αναγνώρισε στον κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του σύννομου βίου μέχρι το χρόνο τέλεσης της πράξης και επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι μηνών,